Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

ΕΚΛΟΓΗ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΕΙΟΥ


Με τον όρο περιοχή εγκατάστασης του μελισσοκομείου δεν εννοούμε το κτήμα όπου είναι τοποθετημένες οι κυψέλες αλλά την ευρύτερη περιοχή σε ακτίνα 3 έως 5 χ.λ.μ, και κατά άλλες μελέτες σε ακτίνα 10 χ.λ.μ. από το κτήμα που είναι τοποθετημένες οι κυψέλες.
Επειδή μία καλή περιοχή είναι ο κυριότερος συντελεστής της επιτυχίας μιας μελισσοκομικής επιχείρησης θα πρέπει η περιοχή αυτή να έχει διάρκεια ανθοφορίας και μάλιστα με είδη φυτών που αποδίδουν καλής ποιότητας μέλι. Θα πρέπει επίσης να δοθεί σημασία και στο μικροκλίμα της περιοχής.

 Η ιδεώδης περιοχή
   Η ιδεώδης περιοχή για μια μελισσοκομική επιχείρηση πρέπει να έχει τα παρακάτω προσόντα:
1. Άφθονη και παρατεταμένη ανθοφορία κατά την άνοιξη για την ανάπτυξη του γόνου την κατάλληλη εποχή.
2. Άφθονη θερινή ανθοφορία για την παραγωγή σοδιάς εκλεκτής ποιότητας.
3. Καλή φθινοπωρινή ανθοφορία, χρήσιμη για την ανανέωση του πληθυσμού της κυψέλης, και την συμπλήρωση της παρακαταθήκης του μελιού για το ξεχειμώνιασμα του μελισσοσμήνους.
   Η περιοχή αυτή θα πρέπει να έχει όσο το δυνατό μαλακό χειμώνα και να μην την πιάνουν άνεμοι.
Η παραπάνω περιοχή εφ’ όσον έχει κοντά και μια πηγή με άφθονο και καθαρό νερό μπορεί να θεωρηθεί ιδεώδης. Το νερό είναι απαραίτητο γιατί χρησιμοποιείται από τις μέλισσες για την διατροφή του γόνου.
Η συμβολή ενός εκάστου των παραπάνω αναφερομένων προσόντων μιας περιοχής, για την παραγωγή μιας καλής σοδιάς είναι μέγιστη.
Για τον λόγο αυτό και επειδή ο αρχάριος μελισσοκόμος μπορεί να μην δώσει την πρέπουσα προσοχή παρακάτω θα αναφερθούμε αναλυτικά και θα εξετάσουμε την σπουδαιότητα καθενός από τους παραπάνω τρεις συντελεστές  χωριστά:

1)Άφθονη και παρατεταμένη ανθοφορία κατά την άνοιξη για την ανάπτυξη του γόνου την κατάλληλη εποχή.
Τα κέρδη του μελισσοκόμου εξαρτώνται από την απόδοση της κυψέλης, η δε απόδοση της κυψέλης εξαρτάται από την δύναμη, την οποίαν έχει το σμήνος κατά την έναρξη της κύριας ανθοφορίας.
Στις περισσότερες ελληνικές περιοχές, η κύρια ανθοφορία, από την οποία ο μελισσοκόμος περιμένει την σοδειά του , είναι η θερινή, κατά τους μήνες Ιούνιο  και Ιούλιο. Κατά συνέπεια οι 2,5 - 3 μήνες της άνοιξης, οι οποίοι προηγούνται της θερινής αυτής ανθοφορίας, πρέπει να είναι ευνοϊκοί για μια κανονική και άνευ διακοπής ανάπτυξης του γόνου, ούτως ώστε το ζενίθ της ανάπτυξης της κυψέλης σε πληθυσμό να συμπέσει με την έναρξη περίπου της κυρίας θερινής ανθοφορίας.
   Εάν η άνοιξη είναι πολύ πρώιμος, τότε η κυψέλη φθάνει στο ζενίθ της ανάπτυξής της πολύ πριν από την κύρια θερινή ανθοφορία και τότε συνήθως μεσολαβεί αρκετό διάστημα διακοπής της ανθοφορίας, κατά το οποίο η βασίλισσα αναγκάζεται να περιορίσει σημαντικά την ωοτοκία της  ελλείψει γύρης και μελιού.  Το κενό αυτό το οποίο πολλές φορές διαρκεί και ολόκληρο μήνα, έχει σοβαρό αντίκτυπο στην απόδοση . Διότι η κυψέλη  η οποία έως τότε αναπτυσσόταν αλματωδώς, αρχίζει τώρα να βαδίζει την κατιούσα και όταν αρχίσει η ανθοφορία του θέρους, δεν έχει τον απαιτούμενο αριθμό συλλεκτριών ούτε τις απαιτούμενες εφεδρείες σε νεαρές μέλισσες, αφού οι μεν υπάρχουσες ενήλικες συλλέκτριες έχουν φθαρεί εν τω μεταξύ ο δε εφεδρικός πληθυσμός ο οποίος θα συνέχιζε το έργο της συγκομιδής δεν υπάρχει διότι έπρεπε να είχε γεννηθεί κατά το άγονο εκείνο διάστημα της διακοπής της ωοτοκίας.
Αντιθέτως πάλι εάν η εαρινή ανθοφορία είναι όψιμος, τότε δεν υπάρχει ο απαιτούμενος καιρός ιδίως για τα μέτριας δύναμης και τα αδύνατα μελίσσια, να φθάσουν στο ανώτατο όριο της ανάπτυξής τους μέχρι την κύρια ανθοφορία του θέρους. Τα μελίσσια αυτά αναπτύσσονται αργότερα σε βάρος της θερινής ανθοφορίας, το δε μέλι το οποίο έπρεπε να πηγαίνει στις αποθήκες ως σοδειά του μελισσοκόμου, χρησιμοποιείται από τις μέλισσες για την διατροφή γόνου ο οποίος όταν ενηλικιωθεί, δεν είναι πλέον χρήσιμος για την σοδειά διότι η ανθοφορία έχει ήδη παρέλθει.
   Είτε όμως πρώιμος, είτε όψιμος είναι η ανθοφορία της άνοιξης, η επέμβαση του μελισσοκόμου μπορεί να διορθώσει εν μέρει τα μειονεκτήματα αυτά με κατάλληλο χειρισμό και ιδίως με τροφοδοτήσεις ή με μεταφορά σε άλλη τοποθεσία.
   Μεγάλη σημασία έχει επίσης  και το είδος της εαρινής ανθοφορίας. Οι  καλύτερες και ωφελιμότερες ανθοφορίες της άνοιξης για την ανάπτυξη των μελισσών, είναι η ανθοφορία των καρποφόρων δέντρων και των ανθέων του αγρού, τα οποία παρέχουν άφθονη γύρη και μέλι. Η ανοιξιάτικη όμως έκκριση του πεύκου, τότε μόνο ωφελεί στην ανάπτυξη του γόνου  , όταν συνυπάρχει στους αγρούς και γύρη αρκετή για τη διατροφή του γόνου αυτού. Αλλιώς όχι μόνο γόνος αρκετός δεν παράγεται, αλλά και αποδεκατίζεται κατά την κρισιμότερη εποχή, ο εργατικός πληθυσμός της κυψέλης χωρίς να αντικαθίσταται.Αλλά και το μειονέκτημα τούτο είναι δυνατόν να καταπολεμηθεί δια της τροφοδοτήσεως με αντικατάστατο της γύρης.
2)Άφθονη θερινή ανθοφορία για την παραγωγή σοδειάς εκλεκτής ποιότητας.
Ας υποθέσουμε ότι ο μελισσοκόμος κατόρθωσε να έχει τα μελίσσια του σε πλήρη ανάπτυξη, ακριβώς κατά την κατάλληλη εποχή, δηλαδή στις αρχές της κύριας ανθοφορίας του θέρους. Ποια θα είναι η απογοήτευσή του αν η περιοχή του έχει πτωχή θερινή ανθοφορία και συνεπώς ελάχιστη απόδοση! Ή πάλι ποιά θα είναι η στεναχώρια του όταν οι κυψέλες του του αποδώσουν μεν αρκετή ποσότητα, αλλά κατώτερη ποιότητα μελιού με ελάχιστη εμπορική αξία!
Για αυτό ένα από τα κυριότερα μελήματα του μελισσοκόμου πριν εγκαταστήσει το μελισσοκομείο του πρέπει να είναι η προσεκτική έρευνα για το είδος και την αφθονία της θερινής ανθοφορίας της περιοχής.
Οι καλύτερες ποιότητες μελιού είναι οι παραγόμενες από το γνωστό σε όλους θυμάρι, το οποίον είναι και το αφθονότερο φυόμενο μελισσοκομικό φυτό σε όλη τη Νότιο Ελλάδα και τα Νησιά. Εκλεκτές όμως ποιότητες παράγει όλη σχεδόν η Ελλάδα και από άλλα διάφορα μελισσοκομικά φυτά και δέντρα όπως τα τριφύλλια την λυγαριά τη φλαμουριά κτλ.
3)Καλή φθινοπωρινή ανθοφορία, χρήσιμη για την ανανέωση του πληθυσμού και την συμπλήρωση της παρακαταθήκης μελιού για    την  καλή διαχείμαση του σμήνους.
   Μια κυψέλη δια να αποδώσει καλό εισόδημα, πρέπει να έχει φθάσει στο ανώτατο όριο της δύναμής της κατά την αρχή της κύριας ανθοφορίας του θέρους. Για να φθάσει όμως η κυψέλη στο ανώτατο αυτό όριο της δύναμής της δεν αρκεί μόνο ευνοϊκή ανθοφορία κατά την άνοιξη. Χρειάζεται επίσης να έχει διαχειμάσει καλά, δηλαδή να έχει διατηρήσει μέγα μέρος του πληθυσμού της και να έχει περίσσευμα μελιού αρκετό για τη διατροφή του γόνου, όταν αρχίσει η εαρινή ωοτοκία. Η κυψέλη όμως τότε μόνο μπορεί να διατηρήσει κατά τον χειμώνα τον πληθυσμό της, όταν αυτός ανανεωθεί κατά το προηγούμενο φθινόπωρο και απαρτίζεται κατά μέγα μέρος από νεαρές  και σφριγώσες εργάτριες. Η ανανέωση αυτή του πληθυσμού δεν γίνεται εάν η περιοχή στερείται καλής φθινοπωρινής ανθοφορίας.
Δυστυχώς όλες οι περιοχές δεν έχουν φθινοπωρινές ανθοφορίες.
Η περισσότερο εκτιμώμενη στην Ελλάδα από όλες τις φθινοπωρινές ανθοφορίες είναι η ανθοφορία του ρεικιού( κισούρι, τσάρο, σουσούρα). Όταν το ρείκι ευνοηθεί από τις καιρικές συνθήκες. Το ρείκι αποδίδει άφθονο μέλι και γύρη και συνεπώς τα μελίσσια διατρέφουν πολύ γόνο δια του οποίου γίνεται ανανέωση του πληθυσμού συμπληρώνονται δε και οι παρακαταθήκες του μελιού το οποίον ναι μεν δεν έχει καλή εμπορική αξία, είναι όμως καταλληλότερο για την διαχείμαση και για την ανάπτυξη του μελισσιού κατά την άνοιξη.
Η φθινοπωρινή έκκριση του μελιτώματος του πεύκου, μολονότι  είναι άφθονο σε πολλές περιοχές, έχει το μειονέκτημα ότι είναι ακατάλληλο για την ανανέωση του πληθυσμού, εάν δεν συνυπάρχει κατά την εποχή εκείνη και γύρη. Η τροφοδότηση με αντικατάστατο της γύρης θα μπορέσει ίσως να διορθώσει το μειονέκτημα αυτό και τότε οι περιοχές αυτές θα ωφεληθούν υπερβολικά.
Στις περιοχές οι οποίες στερούνται τελείως φθινοπωρινής ανθοφορίας, ο πληθυσμός της κυψέλης δεν ανανεώνεται και τα μελίσσια, ενώ κατά την πρώτη εαρινή επιθεώρηση φαίνονται πολυπληθή όταν ενταθεί η κίνηση του μελισσιού παθαίνουν ομαδική απώλεια του πληθυσμού τους. Αυτό ονομάζεται << εαρινή καχεξία>> κακώς δεν την θεωρούσαν άλλοτε ως ασθένεια των μελισσών. Η εαρινή καχεξία εντείνεται ακόμα περισσότερο, όταν οι μέλισσες διαχειμάσουν με τροφή (μέλι) ακατάλληλη η οποία προκαλεί δυσεντερία και ευνοεί την νοζεμίαση ούτως ώστε πολλά μελίσσια να χάσουν όλο τον ηλικιωμένο πληθυσμό τους και να καταστραφούν. Για αυτό πολλές φορές συμβαίνει να βρίσκουμε κατά την άνοιξη κυψέλες με αρκετό μέλι και λίγο γόνο στα πλαίσια αλλά χωρίς πληθυσμό.
   Εν τούτοις η έλλειψη φθινοπωρινής ανθοφορίας είναι δυνατόν με μέτρο να προληφθεί και να διορθωθεί α) εάν κατά τον θερινό τρύγο φροντίζει ο μελισσοκόμος να αφήνει στο κάτω πάτωμα άφθονο μέλι, εν ανάγκη δε να προσθέτει πλαίσια με μέλι, ούτως ώστε η βασίλισσα να μη σταματήσει το γόνο μόλις τελειώσει η θερινή ανθοφορία και γίνει ο τρύγος β) με τη μεταφορά των μελισσών σε άλλη περιοχή η οποία έχει καλή φθινοπωρινή ανθοφορία, κυρίως ρείκι γ) με διεργετική τροφοδότηση κατά τις αρχές του φθινοπώρου. Η διεργετική τροφοδότησης πρέπει να γίνεται εφ όσον υπάρχουν ακόμη στους αγρούς άνθη που αποδίδουν γύρη απαραίτητη για την διατροφή του γόνου.
 Τοποθέτηση του μελισσοκομείου.
    Όσο πλησιέστερο προς την πηγή της κύριας ανθοφορίας είναι τοποθετημένο το μελισσοκομείο, τόσο το καλύτερο, διότι αυτό ευκολύνει την μέλισσα να εργάζεται άκοπα και με καλύτερα αποτελέσματα.
    Η τοποθέτηση των κυψελών ενός μονίμου μελισσοκομείου, πρέπει να γίνεται σε μέρος προφυλαγμένο από τους ψυχρούς χειμερινούς ανέμους ανοιχτό και ευήλιο. Ιδεώδης τοποθεσία είναι άνοιγμα δάσους, του οποίου έχουν κοπεί τα δένδρα , με κλίση ανατολικομεσημβρινή και δένδρα ψηλά στη βόρεια και δυτική πλευρά για να προφυλάσσει τα μελίσσια από τους ψυχρούς ανέμους. Είναι καλό για το μελισσοκομείο να δέχεται τον ήλιο από την ανατολή μέχρι την δύση, γιατί αυτό συντελεί στο να παρατείνεται η εργάσιμη ημέρα. Όσον αφορά την υπερβολική ζέστη κατά το θέρος, δεν υπάρχει κίνδυνος να λιώσουν οι κηρήθρες, γιατί το διπλό κάλυμμα προστατεύει καλά την κυψέλη.
 Σε περιπτώσεις υπερβολικού καύσωνα πρέπει να λάβουμε τις απαραίτητες προφυλάξεις: 1) ασβέστωμα των εξωτερικών καπακιών και 2) ελαφρό ανασήκωμα κατά 1-2 εκ. του εξωτερικού καπακιού με μια πέτρα.
     Η τοποθεσία του μελισσοκομείου δεν πρέπει να είναι βαλτώδης αλλά σε ύψωμα και με αρκετή κλίση για να φεύγουν τα νερά. Δεν πρέπει να είναι σε μέρος όπου οι κυψέλες μπορούν να παρασυρθούν από χείμαρρους ή καταρρακτώδεις βροχές. Επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπ΄όψιν η μεγάλη ανάγκη νερού, το οποίο οι μέλισσες χρειάζονται κατά την εποχή της ωοτοκίας.
Διάταξης των κυψελών.
     Ο συνήθης τρόπος τοποθετήσεως των κυψελών είναι κατά γραμμές παράλληλες, που να απέχουν 1,5-2 μέτρα η μία από την άλλη. Ο τρόπος αυτός είναι πρακτικός αλλά δεν είναι ο καλύτερος, εκτός εάν η μεταξύ των κυψελών απόσταση είναι τουλάχιστον 2 μέτρα. Η απόσταση αυτή χρειάζεται για να αποφεύγουμε την ανάμιξη των μελισσών, ιδίως των νέων  αλλά κυρίως την παραπλάνηση των νέων βασιλισσών στην ξένη κυψέλη, κατά την επιστροφή τους από την γαμήλια πτήση. Για τους ίδιους λόγους είναι προτιμότερο να μην είναι οι είσοδοι όλων των κυψελών της γραμμής στραμμένοι προς την ίδια διεύθυνση αλλά εναλλάξ μία προς ανατολάς και μία προς την δύση.
    Άλλο είδος τοποθέτησης είναι κατά  ζεύγη απέχοντας μεταξύ τους 2 μέτρα και άλλο κατά τετράδες ούτω ώστε οι 4 κυψέλες να έχουν  τις εισόδους τους η κάθε μία προς διάφορα σημεία του ορίζοντος.
     Οι διάφοροι τρόποι διατάξεως των κυψελών γίνονται με σκοπό να αποφεύγουμε την σύγχυση των εισόδων εκ μέρους των μελισσών, κυρίως της μικρής ηλικίας, οι οποίες κατά την επιστροφή τους από την πτήση καθαρισμού παρασύρονται κατά λάθος σε γειτονικές κυψέλες, όταν η απόσταση είναι μικρή και κυρίως όταν οι γειτονικές αυτές κυψέλες είναι πολυάριθμες και οι μέλισσες πετούν με πολλή βοή. Επίσης και κατά την μεγάλη ανθοφορία οι κυψέλες που είναι τοποθετημένες στην άκρη της γραμμής και προς το μέρος της πτήσεως των μελισσών κερδίζουν διαρκώς σε πληθυσμό από ξένες μέλισσες. Αυτή η ανάμιξη του πληθυσμού δεν είναι επιθυμητή γιατί όχι μόνο εξασθενεί τις σχετικά αδύνατες κυψέλες αλλά συντελεί πολύ στην διάδοση των ασθενειών, εάν υπάρχουν αυτές στο μελισσοκομείο. Αλλά υπάρχει και ο άλλος προαναφερθείς σοβαρός λόγος για την όσον δυνατόν αραιά και όχι ομοιόμορφη ταξιθέτηση των κυψελών και ο λόγος αυτός είναι η διευκόλυνση των νέων βασιλισσών που πετούν προς γονιμοποίηση, να βρίσκουν εύκολα την δική τους κυψέλη . Πολύ συχνά συμβαίνει να έχουμε απώλεια βασιλισσών κατά τη γονιμοποίηση τους και αυτό οφείλεται στην ομοιόμορφη και πυκνή τοποθέτηση των κυψελών.
Ο χώρος του μελισσοκομείου.
     Το έδαφος ενός μονίμου μελισσοκομείου πρέπει να είναι όσον το δυνατόν ομαλό, κυρίως για να διευκολύνεται η μεταφορά κυψελών, αποθηκών κλπ. με χειράμαξα.
      Επίσης πρέπει να γίνεται κοπή του χόρτου κατά την άνοιξη, το οποίο πολλές φορές φυτρώνει πυκνό και υψηλό γύρω από τις κυψέλες και φράζει τις εισόδους. Η απόφραξη αυτή των εισόδων εμποδίζει την πτήση των μελισσών , κυρίως όμως συντελεί στη σημαντική απώλεια πληθυσμού, γιατί επιστρέφουν οι μέλισσες από την βοσκή και πέφτουν το πρωί πάνω στο ψυχρό χόρτο, βρεγμένο από την νυχτερινή δροσιά ναρκώνονται και δεν μπορούν να πετάξουν. Η τοποθέτηση μικρής σανίδας ή πυκνού στρώματος φύλλων πεύκου δεν επιτρέπουν στο χόρτο να φυτρώσει και χρησιμεύουν στην ασφαλή προσγείωση των κουρασμένων μελισσών. Καλό είναι κάτω από κάθε κυψέλη να υπάρχει ένα βάθρο. Σκοπός του βάθρου είναι να μην έρχεται ο πάτος της κυψέλης σε επαφή με το ψυχρό έδαφος και να μην σαπίζει από την υγρασία.
Αναγκαίες προφυλάξεις.
     Εάν το μελισσοκομείο είναι τοποθετημένο πλησίον δημοσίου δρόμου, είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των κυψελών και του δρόμου φράκτης ύψους 2 μέτρων εκτός αν η απόσταση από τον δρόμο είναι 25 μέτρα και πλέον. Τις προφυλάξεις αυτές είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει ο μελισσοκόμος για να συμμορφωθεί με τον Νόμο, η διάταξης αυτή του Νόμου είναι δικαιότατη και αναγκαιότατη για την αποφυγή δυστυχημάτων σε διαβαίνοντα ζώα, τα οποία, όταν κεντρωθούν, εξαγριώνονται και μπορούν να προκαλέσουν ζημιά στον μελισσοκόμο και στον εαυτό τους.

     Ο Νόμος  δεν παραδέχεται ότι η μέλισσα αποτελεί ενόχληση για τους κατοίκους μιας πόλης ή χωριού και δεν απαγορεύει την εντός των πόλεων ή των χωριών κατοχή των μελισσιών. Όταν όμως το μελισσοκομείο είναι εντός της πόλης  τότε ο μελισσοκόμος πρέπει να φροντίζει να έχει τις κυψέλες του στο πιο απόκεντρο μέρος του κήπου του και να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του Νόμου.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου