Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Η μελισσοκομία ως επάγγελμα


Η μελισσοκομία στη χώρα μας ασκείται κυρίως από μικρούς παραγωγούς, κάτι που ισχύει και στις περισσότερες χώρες του κόσμου. Πρόκειται συνήθως για επιχείρηση με οριζόντια οργάνωση, πράγμα που σημαίνει ότι ο μελισσοκόμος μεριμνά για την παραγωγή, την επεξεργασία, την τυποποίηση, τη συσκευασία και την πώληση των προϊόντων του. Σε γενικές γραμμές, θα λέγαμε ότι η μελισσοκομική επιχείρηση είναι οργανωμένη παραδοσιακά, δηλαδή πρόκειται συνήθως για οικογενειακή επιχείρηση, που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις μεταβολές της αγοράς. 

 Μεγάλοι παραγωγοί θεωρούνται όσοι κατέχουν πάνω από εκατόν πενήντα κυψέλες. Ο αριθμός αυτός στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε περίπου πέντε χιλιάδες μελισσοκόμους, από τους συνολικά είκοσι χιλιάδες, επομένως γίνεται προφανές ότι το μεγαλύτερο μερίδιο της εγχώριας αγοράς το κατέχουν οι μικροί παραγωγοί, με μέσο όρο τις εβδομήντα επτά κυψέλες. Ωστόσο, υπολογίζεται πως, για να μπορέσει κάποιος να συντηρηθεί μέσω της μελισσοκομίας, πρέπει να διαθέτει κατά προσέγγιση τριακόσια μελισσοσμήνη, και, για να μπορεί να προσφέρει τα προϊόντα του σε πραγματικά ανταγωνιστικές τιμές, καλό είναι να έχει στην κατοχή του περί τα εξακόσια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η μελισσοκομία δεν είναι η αποκλειστική απασχόληση του παραγωγού, αλλά έρχεται να συμπληρώσει το κύριο εισόδημά του, που μπορεί να προέρχεται από οποιονδήποτε κλάδο. Όμως, θεωρείται καταστροφικό κάποιος χωρίς προηγούμενη εμπειρία να επιδιώξει να αγγίξει μεμιάς αυτά τα νούμερα. Αντίθετα, καλό είναι το μελισσοκομείο να αναπτυχθεί σιγά σιγά, και μαζί του η εμπειρία του επαγγελματία. 


Η σημασία της κατάρτισης

Για την ανάπτυξη και την επιβίωση μιας σύγχρονης μελισσοκομικής επιχείρησης είναι απαραίτητο ο παραγωγός να ενημερώνεται για τις οικονομοτεχνικές εξελίξεις και τις απαιτήσεις των καταναλωτών, και να επιδιώκει την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων του, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα και χωρίς να θυσιάζει τις σωστές, από περιβαλλοντικής και ηθικής άποψης, πρακτικές. Η μέση ετήσια παραγωγή μελιού στη χώρα μας κυμαίνεται περίπου στα δώδεκα κιλά ανά κυψέλη. Όμως, με τη σωστή κατάρτιση του μελισσοκόμου, επομένως με τη σωστή διαχείριση του μελισσοσμήνους, και εφόσον οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, μια κυψέλη μπορεί να ξεπεράσει τα είκοσι και να αγγίξει σε απόδοση τα τριάντα κιλά τον χρόνο!

Τι πρέπει να υπολογίσει κανείς.

Είναι πολλοί οι παράγοντες που καθορίζουν την παραγωγή και την αποδοτικότητα της μελισσοκομικής παραγωγικής μονάδας, και αρκετοί από αυτούς είναι αστάθμητοι, όπως οι ασθένειες των μελισσών και οι εχθροί τους ή η απόδοση των ανθοφοριών. Άλλοι παράγοντες που παίζουν ρόλο για τα αποτελέσματά μας είναι οι κλιματικές συνθήκες της περιοχής, η συγκρότηση, ο εξοπλισμός και το μέγεθος της ίδιας της μονάδας, η βιολογική κατάσταση των μελισσοσμηνών, καθώς και η τεχνική και επιχειρησιακή κατάρτιση του μελισσοκόμου, και η επαφή του με τις εξελίξεις στον παραγωγικό τομέα και την αγορά. Ένας από τους παράγοντες που συχνά αμελούνται είναι το ζήτημα της διαχείμασης των μελισσών, καθώς ο χειμώνας θεωρείται, κακώς, μελισσοκομικά νεκρή περίοδος. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στη σωστή τοποθέτηση των κυψελών και την προστασία τους από την υγρασία, το ψύχος και τον άνεμο, πράγμα που ενδεχομένως να απαιτεί τη μετακίνησή τους.

Άρθρο : Δημήτρης Σελιανάκης  , πρόεδρος ΔΣ ΕΚΕΜ, μέλος Apimondia Apitherapy Commission.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου